
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που αποτυπώνουν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 για τους Έλληνες μαθητές, καθώς ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει βασικές δεξιότητες στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες.Σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους μαθητές στην Ελλάδα δυσκολεύεται να πραγματοποιήσει απλούς μαθηματικούς συλλογ…
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα που αποτυπώνουν τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 για τους Έλληνες μαθητές, καθώς ένα πολύ μεγάλο ποσοστό ολοκληρώνει την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να διαθέτει βασικές δεξιότητες στα Μαθηματικά, στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες.
Σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους μαθητές στην Ελλάδα δυσκολεύεται να πραγματοποιήσει απλούς μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις, ενώ περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα δεν κατακτούν το βασικό επίπεδο στην κατανόηση απλών κειμένων και επιστημονικών φαινομένων.
Τα αποτελέσματα, τα οποία παρουσιάστηκαν την Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026, δείχνουν πάντως ότι η υποχώρηση των επιδόσεων δεν αποτελεί αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Αντίστοιχη πτώση καταγράφεται διεθνώς, ακόμη και σε εκπαιδευτικά συστήματα που παραδοσιακά βρίσκονταν στις υψηλότερες θέσεις, όπως εκείνα της Φινλανδίας, της Εσθονίας και της Ιρλανδίας.
Στην Ελλάδα, σε σχέση με τον προηγούμενο κύκλο της έρευνας, καταγράφηκε πτώση έξι μονάδων στα Μαθηματικά, επτά μονάδων στις Φυσικές Επιστήμες και 16 μονάδων στην Κατανόηση Κειμένου.
Τα αποτελέσματα της έρευνας PISA 2025 ανακοινώθηκαν παρουσία της υπουργού Παιδείας, Θρησκευμάτων και Αθλητισμού, Σοφίας Ζαχαράκη, από τον εθνικό συντονιστή του προγράμματος PISA στην Ελλάδα, καθηγητή Κώστα Δημόπουλο.
Ταυτόχρονα, η διεθνής παρουσίαση πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι από τον Αντρέας Σλάιχερ, διευθυντή Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ.
Στην παρουσίαση και την ανάλυση των αποτελεσμάτων, η οποία πραγματοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Υπουργείο Παιδείας με τη συμμετοχή της πολιτικής ηγεσίας, παραβρέθηκαν επίσης ο γενικός γραμματέας Πρωτοβάθμιας, Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και Ειδικής Αγωγής, Γιάννης Παπαδομαρκάκης, καθώς και ο αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, Κώστας Λολίτσας.
Περισσότεροι από 765.000 μαθητές στην έρευνα
Στον κύκλο PISA 2025 συμμετείχαν συνολικά 765.000 μαθητές και μαθήτριες από 91 χώρες. Το συγκεκριμένο δείγμα αντιπροσωπεύει περίπου 33 εκατομμύρια μαθητές σε διεθνές επίπεδο, ενώ στην έρευνα πήραν μέρος δέκα περισσότερες χώρες συγκριτικά με το 2022.
Οι 15χρονοι αξιολογήθηκαν στις Φυσικές Επιστήμες, οι οποίες αποτέλεσαν το βασικό αντικείμενο εστίασης, καθώς και στην Κατανόηση Κειμένου και στα Μαθηματικά.
Για πρώτη φορά εξετάστηκε επίσης η ικανότητά τους στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, δηλαδή στο πεδίο που διεθνώς ονομάζεται Computational Problem Solving.
Σε 22 από τις συμμετέχουσες χώρες, μεταξύ των οποίων βρίσκεται και η Ελλάδα, πραγματοποιήθηκε επιπλέον αξιολόγηση των γνώσεων των μαθητών στην αγγλική γλώσσα. Τα αποτελέσματα αυτής της ενότητας αναμένεται να δημοσιοποιηθούν τον Μάιο του 2027.
Από την Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές και μαθήτριες από 229 σχολικές μονάδες. Το δείγμα κάλυψε το 95% του πληθυσμού-στόχου, ο οποίος υπολογίζεται σε 101.850 μαθητές, καταγράφοντας το υψηλότερο ποσοστό κάλυψης από την έναρξη της ελληνικής συμμετοχής στην έρευνα το 2000.
Ιστορικά χαμηλές επιδόσεις σε διεθνές επίπεδο
Οι μέσες επιδόσεις των 15χρονων στις Φυσικές Επιστήμες, στα Μαθηματικά και στην Κατανόηση Κειμένου ήταν οι χαμηλότερες που έχουν καταγραφεί διεθνώς από τότε που άρχισε να πραγματοποιείται η έρευνα PISA.
Ιδιαίτερα μεγάλη ήταν η υποχώρηση στην Κατανόηση Κειμένου. Η πτώση δεν περιορίστηκε στις χώρες που αντιμετωπίζουν διαχρονικά προβλήματα στο εκπαιδευτικό τους σύστημα, αλλά επεκτάθηκε και σε κράτη με παραδοσιακά πολύ υψηλές επιδόσεις.
Στην Ευρώπη ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται η Φινλανδία, η Εσθονία και η Ιρλανδία, ενώ στην Ασία πτώση παρουσίασαν χώρες και περιοχές όπως η Νότια Κορέα, η Σιγκαπούρη και το Χονγκ Κονγκ.
Μέσα σε αυτό το γενικότερο περιβάλλον, οι επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών μειώθηκαν λιγότερο στα Μαθηματικά από τη μέση υποχώρηση που σημειώθηκε στον ΟΟΣΑ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην Κατανόηση Κειμένου και στις Φυσικές Επιστήμες η πτώση κινήθηκε σε παραπλήσια επίπεδα.
Σύμφωνα με την ανάλυση των αποτελεσμάτων, για πρώτη φορά έπειτα από μία δεκαετία ανακόπτεται η συνεχής διεύρυνση της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ειδικά στα Μαθηματικά καταγράφεται τάση σύγκλισης, χωρίς αυτό να αναιρεί το γεγονός ότι οι συνολικές επιδόσεις της χώρας παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες.

Γράφημα: Μέση μεταβολή της απόστασης της Ελλάδας από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ ανά κύκλο της έρευνας, για τις περιόδους 2009-2022 και 2022-2025, σε μονάδες επίδοσης PISA.
Σημείωση: Οι αποκλίσεις με θετικό πρόσημο αποτυπώνουν διεύρυνση της απόστασης των επιδόσεων των μαθητών στην Ελλάδα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ οι αποκλίσεις με αρνητικό πρόσημο δείχνουν περιορισμό της.
Η σύγκριση της Ελλάδας με ΟΟΣΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση
Στα Μαθηματικά, οι Έλληνες μαθητές σημείωσαν πτώση έξι μονάδων, όταν η αντίστοιχη υποχώρηση έφτασε τις 11 μονάδες στις χώρες του ΟΟΣΑ που συμμετείχαν και τις 12 μονάδες στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27.
Στις Φυσικές Επιστήμες η Ελλάδα έχασε επτά μονάδες, έναντι πέντε μονάδων τόσο στον ΟΟΣΑ όσο και στην ΕΕ των 27.
Στην Κατανόηση Κειμένου η ελληνική επίδοση υποχώρησε κατά 16 μονάδες. Η πτώση ήταν επίσης 16 μονάδες στον ΟΟΣΑ και 18 μονάδες στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Συνολικά, η μείωση των ελληνικών επιδόσεων ήταν μικρότερη από εκείνη που καταγράφηκε σε αρκετές χώρες με παραδοσιακά ισχυρά εκπαιδευτικά συστήματα, μεταξύ των οποίων η Φινλανδία, η Δανία, η Σουηδία, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, το Ισραήλ και το Χονγκ Κονγκ.
Ωστόσο, το γεγονός ότι η Ελλάδα έχασε λιγότερο έδαφος από ορισμένες άλλες χώρες δεν σημαίνει ότι έχει καλύψει την απόσταση. Οι επιδόσεις των μαθητών της εξακολουθούν να υπολείπονται αισθητά του μέσου όρου του ΟΟΣΑ.
Στην 47η θέση στα ψηφιακά προβλήματα
Στην Επίλυση Προβλημάτων σε Ψηφιακά Περιβάλλοντα, η οποία αξιολογήθηκε για πρώτη φορά, οι μαθητές στην Ελλάδα συγκέντρωσαν μέση επίδοση 461 μονάδων.
Ο αντίστοιχος μέσος όρος του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στις 500 μονάδες, με την Ελλάδα να καταλαμβάνει την 47η θέση ανάμεσα στις 91 συμμετέχουσες χώρες.
Η συγκεκριμένη ενότητα αξιολογεί την ικανότητα των μαθητών να κατανοούν και να επιλύουν προβλήματα χρησιμοποιώντας ψηφιακά εργαλεία και διαδικασίες. Πρόκειται για δεξιότητα που αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία, καθώς η καθημερινή, εκπαιδευτική και επαγγελματική ζωή μεταφέρεται σε μεγάλο βαθμό σε ψηφιακά περιβάλλοντα.
Μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα ελληνικά σχολεία
Τα αποτελέσματα καταγράφουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των σχολικών μονάδων της χώρας.
Περίπου 38 σχολεία, από τα οποία τα 32 είναι δημόσια, πέτυχαν στα επιμέρους γνωστικά αντικείμενα επιδόσεις που κυμαίνονταν από επίπεδα πολύ υψηλότερα έως και κοντά στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πρόκειται περίπου για ένα στα έξι σχολεία που συμμετείχαν στο ελληνικό δείγμα.
Η επίδραση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων εμφανίζεται στην Ελλάδα σχετικά μικρότερη σε σύγκριση με άλλες χώρες. Η εικόνα αυτή, όμως, συνδέεται εν μέρει με το γεγονός ότι οι συνολικές επιδόσεις είναι περισσότερο συμπιεσμένες προς τα χαμηλότερα επίπεδα.
Πρόσθετες δυσκολίες αντιμετωπίζουν οι μαθητές μεταναστευτικού υπόβαθρου, οι οποίοι συχνά προέρχονται από χαμηλότερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα. Περισσότεροι από τους μισούς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα στο σπίτι, παράγοντας που επηρεάζει τη σχολική τους πορεία και ιδιαίτερα την κατανόηση κειμένου.
Αρνητικότερη στάση απέναντι στη μάθηση
Οι μαθητές στην Ελλάδα εμφανίζουν γενικά λιγότερο θετική στάση απέναντι στη μαθησιακή διαδικασία σε σχέση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Οι μεγαλύτερες αδυναμίες εντοπίζονται στην περιέργεια, στην επιμονή, στην αυτορρύθμιση και στην ικανότητα προσαρμογής του τρόπου σκέψης τους όταν αντιμετωπίζουν διαφορετικές γνωστικές απαιτήσεις.
Την ίδια στιγμή, όμως, οι Έλληνες μαθητές πιστεύουν σε μεγαλύτερο βαθμό ότι οι ικανότητες και οι δεξιότητές τους δεν είναι σταθερές, αλλά μπορούν να αναπτυχθούν μέσα από την προσπάθεια, τη μάθηση και την επιμονή. Παρουσιάζουν επίσης καλύτερη στοχοθεσία και πιο συνεπή προγραμματισμό της προσπάθειάς τους.
Θετικότερες στάσεις απέναντι στη μάθηση καταγράφονται κυρίως στα κορίτσια, στους γηγενείς μαθητές, στους μαθητές των Γενικών Λυκείων, καθώς και σε όσους φοιτούν σε ιδιωτικά ή κοινωνικοπολιτισμικά προνομιούχα σχολεία.
Οι σχετικές διαφορές ανάμεσα στις μαθητικές ομάδες είναι εντονότερες στην Ελλάδα από ό,τι στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, οι μαθητές εκφράζουν ανάμεικτες απόψεις σχετικά με την αξία του σχολείου και τη συμβολή του στις μελλοντικές επαγγελματικές και προσωπικές προοπτικές τους.
Λιγότερη υποστήριξη και περιορισμένη χρήση τεχνολογίας
Σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους στις χώρες του ΟΟΣΑ, οι μαθητές στην Ελλάδα περιγράφουν ένα σχολικό περιβάλλον λιγότερο υποστηρικτικό και λιγότερο ενισχυτικό για τη γνωστική τους ανάπτυξη.
Αναφέρουν μικρότερη υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς και περιορισμένη εφαρμογή διδακτικών τεχνικών που θα μπορούσαν να τους κινητοποιήσουν να σκεφτούν, να διερευνήσουν και να συμμετάσχουν πιο ενεργά στο μάθημα.
Παράλληλα, σύμφωνα με τις απαντήσεις τους, στα ελληνικά σχολεία αξιοποιούνται λιγότερο οι ψηφιακές τεχνολογίες και τα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης.
Το σχολικό κλίμα χαρακτηρίζεται επίσης από συχνότερα περιστατικά χαμηλής παραβατικότητας, όπως προβλήματα πειθαρχίας, απουσίες και καθυστερημένη προσέλευση. Οι συγκεκριμένες συμπεριφορές φαίνεται πως έχουν επιδεινωθεί κατά την τελευταία δεκαετία.
Αντίθετα, τα σοβαρότερα περιστατικά παραβατικότητας παραμένουν λιγότερα από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, ενώ ο σχολικός εκφοβισμός κινείται περίπου στα ίδια επίπεδα. Σε σχέση με το 2022, έχει βελτιωθεί το αίσθημα ασφάλειας των μαθητών και η αίσθηση ότι αποτελούν μέρος της σχολικής κοινότητας.
Τι δείχνουν τα στοιχεία για τα κινητά στα σχολεία
Οι απαντήσεις των μαθητών δείχνουν ότι το μέτρο περιορισμού της χρήσης κινητών τηλεφώνων μέσα στα σχολεία έχει αποδώσει.
Σε σύγκριση με τον προηγούμενο κύκλο της έρευνας, έχουν αυξηθεί σημαντικά τα ποσοστά εκείνων που δηλώνουν ότι δεν χρησιμοποιούν καθόλου το κινητό τους κατά τη διάρκεια της σχολικής ημέρας ή ότι το χρησιμοποιούν ελάχιστα.
Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες μαθητές εξακολουθούν να αφιερώνουν λίγο περισσότερο χρόνο από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στη χρήση ψηφιακών συσκευών για ψυχαγωγία. Ο συνολικός χρόνος ενασχόλησης, πάντως, εμφανίζεται μειωμένος σε σχέση με το 2022.
Ελλείψεις εκπαιδευτικών παρά τους διορισμούς
Παρότι τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήθηκαν μαζικοί διορισμοί εκπαιδευτικών, οι διευθυντές των ελληνικών σχολείων δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες ελλείψεις προσωπικού από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Το πρόβλημα είναι εντονότερο στις κοινωνικά ευάλωτες σχολικές μονάδες και στα σχολεία της περιφέρειας.
Ωστόσο, η Ελλάδα διαθέτει χαμηλότερη αναλογία μαθητών ανά εκπαιδευτικό και μικρότερο μέσο μέγεθος τάξης από τον ΟΟΣΑ. Το στοιχείο αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το βασικό πρόβλημα δεν αφορά τόσο τον συνολικό αριθμό των εκπαιδευτικών όσο τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται, τοποθετούνται, διαχειρίζονται και αξιοποιούνται.
Βελτίωση στον ψηφιακό εξοπλισμό
Τα ελληνικά σχολεία εξακολουθούν, σύμφωνα με τις απαντήσεις των διευθυντών τους, να υστερούν σε υλικοτεχνικές υποδομές και ψηφιακό εξοπλισμό συγκριτικά με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
Από το 2018 και μετά, ωστόσο, καταγράφεται σημαντική πρόοδος, με τη μεγαλύτερη βελτίωση να εντοπίζεται στον ψηφιακό εξοπλισμό.
Ο αριθμός των διαθέσιμων ηλεκτρονικών υπολογιστών ανά μαθητή για εκπαιδευτική χρήση αυξήθηκε κατά την περίοδο 2018-2025 με ρυθμό σχεδόν διπλάσιο από τον αντίστοιχο μέσο ρυθμό βελτίωσης στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Οι μαθητές στην Ελλάδα αφιερώνουν περισσότερο χρόνο στη μελέτη και στην εξωσχολική εκπαιδευτική υποστήριξη. Δηλώνουν επίσης ότι απολαμβάνουν ισχυρότερη στήριξη από τις οικογένειές τους, ενώ τα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους είναι παραπλήσια με εκείνα των μαθητών στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Οι εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες τους είναι υψηλότερες, ενώ εμφανίζουν παρόμοια αισιοδοξία σχετικά με τη δυνατότητα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας.
Στην Ελλάδα, όμως, οι προσδοκίες για το μέλλον επηρεάζονται περισσότερο από το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τη μεταναστευτική προέλευση, τον τύπο εκπαίδευσης και το εάν το σχολείο είναι δημόσιο ή ιδιωτικό.
Σχεδόν ένας στους δύο κάτω από το βασικό επίπεδο
Το πιο ανησυχητικό εύρημα αφορά το ποσοστό των μαθητών που ολοκληρώνουν την υποχρεωτική εκπαίδευση χωρίς να έχουν κατακτήσει το στοιχειώδες επίπεδο λειτουργικού εγγραμματισμού.
Συγκεκριμένα, κάτω από το βασικό επίπεδο βρίσκεται το 40,9% των μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, το 43,8% στην Κατανόηση Κειμένου και το 49,5% στα Μαθηματικά.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος των 15χρονων δυσκολεύεται να κατανοήσει απλά επιστημονικά φαινόμενα, να αντιληφθεί το νόημα ενός βασικού κειμένου ή να εκτελέσει στοιχειώδεις μαθηματικούς συλλογισμούς και πράξεις που είναι απαραίτητες στην καθημερινή ζωή.
Το συγκεκριμένο εύρημα αναδεικνύει το μέγεθος της πρόκλησης για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, παρά τις ενδείξεις ότι η απόσταση από τον ΟΟΣΑ σταμάτησε να διευρύνεται.
Η συνολική εικόνα και οι μεγάλες προκλήσεις
Η εικόνα που προκύπτει για την Ελλάδα είναι μεικτή. Από τη μία πλευρά, ανακόπτεται η πολυετής αύξηση της απόστασης από τον ΟΟΣΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ στα Μαθηματικά εμφανίζονται ενδείξεις σύγκλισης.
Παράλληλα, βελτιώνονται οι ψηφιακές υποδομές, το αίσθημα ασφάλειας και η σύνδεση των μαθητών με το σχολείο. Οι μαθητές εξακολουθούν επίσης να διατηρούν υψηλές εκπαιδευτικές και επαγγελματικές προσδοκίες.
Από την άλλη πλευρά, οι επιδόσεις της χώρας παραμένουν αισθητά χαμηλότερες από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και τα ποσοστά των μαθητών που δεν κατακτούν τις βασικές δεξιότητες είναι ιδιαίτερα υψηλά.
Οι σημαντικότερες προκλήσεις δεν φαίνεται πλέον να αφορούν αποκλειστικά την αριθμητική επάρκεια των διαθέσιμων πόρων, αλλά κυρίως την αποτελεσματική αξιοποίησή τους.
Απαιτείται καλύτερη κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, αναβάθμιση της ποιότητας της διδασκαλίας, μεγαλύτερη γνωστική ενεργοποίηση των μαθητών και ουσιαστικότερη ενσωμάτωση των ψηφιακών τεχνολογιών και της Τεχνητής Νοημοσύνης στη μαθησιακή διαδικασία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης η βελτίωση της πειθαρχίας και της ενεργού συμμετοχής των μαθητών, όπως και η στοχευμένη υποστήριξη των παιδιών μεταναστευτικού υπόβαθρου και των κοινωνικά ευάλωτων ομάδων.
Κεντρικό ζητούμενο είναι οι διαθέσιμοι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι να μετατραπούν σε ποιοτικότερες μαθησιακές εμπειρίες, καλύτερες επιδόσεις και περιορισμό των ανισοτήτων μεταξύ μαθητών και σχολείων.
Οι μεταρρυθμίσεις που έχουν δρομολογηθεί για τα επόμενα χρόνια, όπως το Εθνικό Απολυτήριο, τα νέα Προγράμματα Σπουδών, το σύστημα του Πολλαπλού Βιβλίου και η περαιτέρω ψηφιακή αναβάθμιση, θα κριθούν τελικά από το αποτέλεσμα που θα έχουν μέσα στη σχολική αίθουσα.
Εφόσον οι πρώτες ενδείξεις σταθεροποίησης ενισχυθούν και η λογική της αξιολόγησης PISA αξιοποιηθεί ουσιαστικότερα στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, η χώρα μπορεί να προσδοκά περισσότερο ορατή βελτίωση στον επόμενο κύκλο της έρευνας, ο οποίος θα πραγματοποιηθεί το 2029.
Δείτε και αυτά