
Αν ζητήσετε από έναν μαθητή δημοτικού να προσθέσει επτά και επτά, η απάντηση θα είναι ακαριαία: 14. Ωστόσο, αν ζητήσετε από οποιονδήποτε ενήλικα να ορίσει τη διάρκεια των δύο εβδομάδων, η λέξη που θα χρησιμοποιήσει κατά πάσα πιθανότητα είναι το «δεκαπενθήμερο». Αυτή η καθημερινή γλωσσική σύμβαση κρύβει πίσω της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ιστορικά και μαθηματικά παράδοξα, αποδεικνύοντας ότι ο τρόπ…
Αν ζητήσετε από έναν μαθητή δημοτικού να προσθέσει επτά και επτά, η απάντηση θα είναι ακαριαία: 14. Ωστόσο, αν ζητήσετε από οποιονδήποτε ενήλικα να ορίσει τη διάρκεια των δύο εβδομάδων, η λέξη που θα χρησιμοποιήσει κατά πάσα πιθανότητα είναι το «δεκαπενθήμερο». Αυτή η καθημερινή γλωσσική σύμβαση κρύβει πίσω της ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ιστορικά και μαθηματικά παράδοξα, αποδεικνύοντας ότι ο τρόπος που μετράμε τον χρόνο δεν είναι πάντα θέμα αριθμητικής ακρίβειας, αλλά πολιτιστικής κληρονομιάς.
Το ερώτημα παραμένει: Πώς καταφέραμε να «χάσουμε» μία ημέρα στους υπολογισμούς μας ή, μάλλον, πώς καταφέραμε να προσθέσουμε μία εκεί που δεν υπάρχει; Η απάντηση δεν βρίσκεται στα λάθη των ημερολογίων, αλλά στον τρόπο που οι πρόγονοί μας αντιλαμβάνονταν την έννοια της μονάδας.
Η «συμπεριληπτική αρίθμηση» των αρχαίων
Στη σύγχρονη εποχή, η μέτρηση του χρόνου λειτουργεί όπως η απόσταση σε έναν χάρακα: ξεκινάμε από το μηδέν. Όταν λέμε «σε μία ημέρα από τώρα», εννοούμε ότι πρέπει να κυλήσουν 24 ώρες. Για τους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους, όμως, το σύστημα ήταν διαφορετικό. Χρησιμοποιούσαν τη λεγόμενη συμπεριληπτική αρίθμηση.
Σε αυτό το σύστημα, η τρέχουσα ημέρα λογίζεται πάντα ως «Ημέρα 1». Αν λοιπόν σήμερα είναι Δευτέρα και θέλουμε να μετρήσουμε μια εβδομάδα, η Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα, η Τρίτη η δεύτερη, και η επόμενη Δευτέρα καταλήγει να είναι η όγδοη ημέρα. Αυτός είναι ο λόγος που σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες η εβδομάδα αναφέρεται μεταφορικά ως «οκτώ ημέρες» (όπως το γαλλικό huit jours). Κατά συνέπεια, όταν διπλασιάζουμε αυτό το διάστημα, προσθέτοντας άλλη μία εβδομάδα, φτάνουμε στις 15 ημέρες. Η 8η ημέρα της πρώτης εβδομάδας ταυτίζεται με την 1η ημέρα της δεύτερης, δημιουργώντας έναν συνδετικό κρίκο που η παράδοση αρνείται να αφαιρέσει.
Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για την επικράτηση του «δεκαπενθημέρου» είναι η ανάγκη για τη διαίρεση του μήνα. Οι περισσότεροι μήνες στο Γρηγοριανό ημερολόγιο έχουν 30 ή 31 ημέρες. Μαθηματικά, το μισό ενός μήνα είναι οι 15 ημέρες. Στην καθημερινή επικοινωνία, ο άνθρωπος τείνει να αναζητά τη στρογγυλοποίηση. Η έκφραση «σε δύο εβδομάδες» είναι ακριβής για το πρόγραμμα εργασίας μας, αλλά η έκφραση «σε ένα δεκαπενθήμερο» είναι πιο βολική για τον προγραμματισμό του μήνα. Η λέξη quinzaine στα γαλλικά ή το quincena στα ισπανικά προέρχονται απευθείας από τη λατινική ρίζα για το δεκαπέντε και έχουν καθιερωθεί παγκοσμίως ως ορόσημα για πληρωμές, μισθώσεις και άδειες.
Το παράδοξο αυτό δεν περιορίζεται μόνο στις ημέρες, αλλά διαπερνά ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό:
- Στη μουσική: Η «Οκτάβα» ονομάζεται έτσι γιατί περιλαμβάνει οκτώ νότες σε μια κλίμακα (π.χ. από Ντο σε Ντο). Ωστόσο, τα διαστήματα ανάμεσα στις νότες είναι επτά. Η ογδόη νότα είναι ουσιαστικά η πρώτη της επόμενης κλίμακας.
- Στη θρησκεία: Στην εκκλησιαστική παράδοση, η Κυριακή του Θωμά ονομάζεται συχνά «η όγδοη ημέρα» του Πάσχα, παρόλο που έχει μεσολαβήσει ακριβώς μία εβδομάδα. Είναι η ημέρα που «κλείνει» τον κύκλο της εορτής και ταυτόχρονα ανοίγει τον επόμενο.
Στην πραγματικότητα, όταν λέμε «θα λείψω για ένα δεκαπενθήμερο», σπάνια εννοούμε 15 πλήρη εικοσιτετράωρα. Τις περισσότερες φορές εννοούμε 14 ημέρες και τις νύχτες που τις περιβάλλουν. Όμως, η ανθρώπινη γλώσσα δεν είναι πάντα δέσμια των μαθηματικών.
Το «15» επιβιώνει γιατί προσφέρει μια αίσθηση πληρότητας. Είναι το μισό του μήνα, είναι ο συνδετικός κρίκος δύο εβδομάδων και είναι ένας φόρος τιμής στον αρχαίο τρόπο μέτρησης που ήθελε το «σήμερα» να μετράει πάντα ως η σημαντικότερη, πρώτη μονάδα. Έτσι, την επόμενη φορά που θα κανονίσετε κάτι για «σε 15 μέρες», να θυμάστε: η αριθμητική μπορεί να λέει 14, αλλά η ιστορία σας δίνει μια μέρα «δώρο».


